ροόμετρο

το, Ν
τεχνολ. μετρητής τής ροής ενός υγρού ή αερίου.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ροόμετρο — το (φυσ.), όργανο με το οποίο μετριέται το ιξώδες κάποιου ρευστού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ρευματόμετρο — το, Ν 1. όργανο για τη μέτρηση τής έντασης τού ηλεκτρικού ρεύματος, το αμπερόμετρο 2. ωκεαν. α) όργανο που μετρά την ταχύτητα και τη διεύθυνση τών θαλάσσιων ρευμάτων β) όργανο για τη μέτρηση τής ταχύτητας ροής τού νερού στους ποταμούς και στις… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.